Το ιστορικό των Καρπαθίων στα χαλυβουργεία της Αμερικής

του συνεργάτη μας, Μανώλη Κασώτη, Συγγραφέα.

newcastle-1907

Το 1909 οι εργάτες του χαλυβουργείου του New Castle PA κατέβηκαν σε απεργία για αρκετούς μήνες. Οι ιδιοκτήτες του εργοστασίου για να σπάσουν την απεργία πήγαν στο Canonsburg, όπου υπήρχε χαλυβουργείο, για να βρουν εκεί εργάτες. Την ίδια εποχή κάηκε ένα ανθρακωρυχείο στο Canonsburg και πολλοί Καρπάθιοι έμειναν χωρίς δουλειά. Ένας τολμηρός Καρπάθιος, που γνώριζε καλά τη δουλειά στα χαλυβουργεία, πήγε στους εργοδότες και παρουσίασε τους συμπατριώτες του ως αρχιμάστορες του. Μερικές δεκάδες Καρπάθιοι πήγαν στο New Castle και έπιασαν δουλειά στο τμήμα του χαλυβουργείου που έφτιαχνε λαμαρίνες, κι έτσι, δεν ξαναγύρισαν στις μίνες. Αργότερα άλλοι Καρπάθιοι έπιασαν δουλειά σε χαλυβουργεία στο Pittsburgh, Chicago, Yorkville PA, New Kensington PA, Campbell OH και South Bend IN.

Η δουλειά στα χαλυβουργεία ήταν ασφαλέστερη και πιο επικερδής απ’ ότι στα ανθρακωρυχεία, αλλά είχε κι αυτή δυσκολίες και κινδύνους, από τα ατυχήματα που συνέβαιναν – κατά καιρούς. Όπως δε περιγράφει ο Νίκος Κωνσταντινίδης, στα χαλυβουργεία η δουλειά ήταν εξίσου σκληρή, ιδιαίτερα γι αυτούς που δούλευαν στα χυτήρια και στους φούρνους:

 «Άλλοι στα εργοστάσια, με το ψηλό φουγάρο,
εψήσαν το κορμάκι τους, ωσάν τον μπακαλιάρο».

new-castle2
Carnegie Steel Mills, New Castle, PA (1907)

Με τα ίδια μελανά χρώματα περιγράφει τη ζωή στα χαλυβουργεία και ο Νίκος Σαΐτης:

«Δέκα άτομα ζούσαμε σ’ ένα μικρό δωμάτιο και πληρώναμε 12 δολάρια το μήνα στην εταιρεία, σχεδόν τα μισά απ’ όσα βγάζαμε. Για ζεστασιά τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες είχαμε μια καρβουνόστοφα στη μέση του δωματίου, όπου ζεσταίναμε νερό για πλύσιμο και για μαγείρεμα. Για φωτισμό είχαμε λάμπες πετρελαίου, γιατί τον ηλεκτρισμό τον ακριβοπληρώναμε στην εταιρεία. Κοιμούμαστε πάνω σε ξύλινα κρεβάτια, μ’ ένα πάπλωμα, το μισό για στρώμα και το μισό για σκέπασμα και για μαξιλάρι το παντελόνι και το σακάκι μας. Οι μισοί κοιμόντουσαν την νύχτα και οι άλλοι μισοί την ημέρα, αυτοί που δούλευαν την νύχτα, πάνω στα ίδια κρεβάτια. Πέντε μέρες την εβδομάδα τρώγαμε φασόλια και πατάτες, μια μέρα αυγά και μια μέρα κρέας βοδινό».

Με τον ίδιο τρόπο ένας άλλος Καρπάθιος περιγράφει την δουλειά σ’ ένα χαλυβουργείο του Yorkville που έφτιαχνε τενεκέδες:

«Κυριακή μεσάνυχτα, αρχή της εβδομαδιαίας εργασίας, τρέχουμε να πάρει ο καθένας τη θέση του στο εργοστάσιο. Αν για πρώτη φορά πιάνεις δουλειά σε εργοστάσιο, νομίζεις ότι μπαίνεις στην κόλαση! Φρικώδης ζέστη και καπνός αδιαπέραστος που δεν βλέπεις τον γείτονα σου».

«Την πρώτη θέση της φρίκης κατέχουν οι φούρνοι, όπου βρίσκεται ο πυκνότερος καπνός και η περισσότερη σκόνη. Τα πυρακτωμένα μέταλλα μεταβιβάζονται από χέρι σε χέρι με τσιμπίδες και περνάνε από δυο φούρνους. Ανοίγονται, διπλώνονται και ξαναψήνονται για να βγουν στο τέλος λαμαρίνες. Το σιδερένιο πάτωμα στο οποίο ρίχτονται οι αναμμένες λαμαρίνες και πάνω στο οποίο στέκονται οι εργάτες ανάβει και κείνο. Καίου(ν) τα πόδια σου, το πρόσωπο σου κοκκινίζει, καίγονται τα χέρια σου και ολόκληρος βρίσκεσαι μέσα στην φωτιά όπου τσιγαρίζεσαι σαν μπριζόλα!.. Ο ιδρώτας σου τρέχει ποτάμι κι αν μαζευόταν σε μια δεξαμενή, θα μπορούσες να κολυμβήσεις μέσα σ’ αυτήν. Αν κάποιος μπορεί να υποφέρει αυτά τα βάσανα τον χειμώνα, η δουλειά το καλοκαίρι γίνεται σκέτο μαρτύριο. Κάθε μέρα, πολλοί λιποθυμούν και μεταφέρονται στο νοσοκομείο των πρώτων βοηθειών».

«Σ’ άλλο τμήμα του εργοστασίου, οι εργάτες στέκονται για 13 ώρες στο ένα πόδι προσπαθώντας να ανοίξουν τους κατεργασμένους τενεκέδες που βγαίνουν από τους φούρνους. Απ’ εκεί περνούν στους κρύους ‘φούρνους’ όπου τον χειμώνα υποφέρεις από το κρύο. Πιο πέρα στο γανωτήρι δουλεύεις μέσα σ’ ένα σύννεφο από καπνούς λαδιών, μόλυβδου και πιτύρων όπου σε πιάνει αδιάκοπος βήχας. Πολλοί εργάτες βάζουν σφουγγάρια στη μύτη τους για να μη αναπνέουν τον καπνό και πολλοί απ’ αυτούς προσβάλλονται από φυματίωση».

Παρ’ όλα αυτά ο Νίκος Κουρός θεωρούσε πως άνοιξε η τύχη του όταν βρήκε δουλειά σε χαλυβουργείο:

«Βρισκόμου(ν) στην Αμερική χωρίς προστάτη, χωρίς να ξέρω την γλώσσα, χωρίς χρήματα και, το χειρότερο απ’ όλα, χωρίς δουλειά. Έψαχνα για δουλειά στα διάφορα εργοστάσια στο New Kensington, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Πάνω στην απελπισία μου, κάποιος Έλληνας με συμβούλευσε να πάω να ζητήσω δουλειά από την Aluminum Co of America, αλλά να πάω πρωί, για να είμαι πρώτος στη σειρά».

«Πράγματι την άλλη μέρα βρισκόμουν μπροστά στο γραφείο από τα χαράματα. Η δουλειά που μου πρόσφεραν ήταν από τις έξη το πρωί μέχρι τις έξη το βράδυ, έξη μέρες την εβδομάδα. Η αμοιβή ήταν 15 σέντσια την ώρα και η πληρωμή κάθε δυο βδομάδες. Χωρίς να το ξανασκεφθώ δέχθηκα τη δουλειά. Από τη χαρά μου δεν κοιμήθηκα όλη τη νύκτα. Επιτέλους είχα δουλειά! Αλλά δεν είχα και τίποτε άλλο».

 

(Απόσπασμα παρουσίασης από το ετήσιο μνημόσυνο του Παγκαρπαθιακού Ιδρύματος Αμερικής τον Φεβρουάριο 2017 στο Clifton, NJ).

Πηγές και Αναφορές

  1. Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε σε παλιότερο φύλλο της Εφημερίδας μας. Ευχαριστούμε το συγγραφέα για το άρθρο του.
  2. Φωτογραφίες από τον ιστότοπο: Lawrence County Memoirs .

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s