Μασκαρέματα  Καθαράς  Δευτέρας στ’ Απέρι

1929-Απερι-Καθαροδευτέρα
Καθαροδευτέρα στο Απέρι, 1929

Του συνεργάτη μας, Ανδρέα Η. Μακρή

Τον  παλιό  καλό  καιρό κάθε φορά που ξημέρωνε  η Καθαρά  Δευτέρα, ο  κόσμος   -αρσενικό  κεκτημένο-  «ψαχνόταν»  πώς  και με  τι  μέσα θα δημιουργούσαν εντυπώσεις, ντυμένοι  «καμουτζέλλες»(1) με πρωτότυπη ενδυματολογική εμφάνιση και σε απίθανους ρόλους. Μάλιστα επί ιταλοκρατίας ο νεαρός Απερίτης Λάμπρος Ι. Σταματιάδης  σκαρφίσθηκε  την φαεινή ιδέα να παραστήσει Μενεδιάτισσα πλανόδια μικροπωλήτρια που -έφιππη τάχα μου- πουλούσε  τα προϊόντα των χεριών  της.

Ας δούμε όμως ωρολογιακά την πλοκή των γεγονότων. Πήρε λοιπόν τη φορεσιά της γιαγιάς του, ντύθηκε με μαύρη φούστα και  σάκα, φόρεσε μαύρες  κάλτσες, έβαλε το σκουφοϊρι και από πάνω, το τσεμπέρι δεμένο επίτηδες χαμηλά να κρύβει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.

Πήρε το κυπραίικο γαϊδούρι τους που το είχαν «μη στάξει και μη βρέξει» σταβλισμένο στο παράκαιρο πέρα στον Αη-Βασίλη και το εξόπλισε κατάλληλα για το επαγγελματικό ταξίδι που σκάρωνε. Το σαμάρωσε  βάζοντας προηγουμένως τη στρατούρα από κάτω και για να σταθεροποιήσει το σαμάρι έδεσε τη «μεσά» σφικτά στην κοιλιά του γαϊδάρου. Κρέμασε την «κολίνα» στα καπούλια και από το λαιμό πέρασε  τη «μπροστέλλα». Πίσω στα «σκαρβέλια» του σαμαριού κρέμασε τον τουβρά, το καντάρι να ζυγίζει δήθεν  το ανύπαρκτο τουλουμοτύρι, μια  ντουζίνα  φροκάλια(2)  και αδειανά  τουπτσιά(3)  γεμάτα τάχατες, τυρί σε διάφορες φόρμες: Μεγάλα, μικρά, μακρόστενα, κοντά, φαρδιά. Πέρασε στο χέρι ένα καλάθι κρεμασμένο από τον αγκώνα γεμάτο άχυρα και από πάνω έστρωσε αραιά-αραιά, λίγα αβγά! Σκηνογραφία επαγγελματική θα έλεγε κανείς, εφάμιλλη μπορεί και του Αντώνη Γ. Χαλκιά,  του καταξιωμένου στις «Άγριες Μέλισσες» και όχι μόνο, συμπατριώτη μας σκηνογράφου.

Έτοιμος πλέον, από κεκτημένη συνήθεια καβαλίκεψε «δρασκελωτά» τον γάρο, αλλά  γρήγορα συνειδητοποίησε το λάθος και μετακάθισε «γυναικεία», μονόμπαντα. Έδωσε μια χεριά στα καπούλια του γαϊδάρου και ξεκίνησε νότια μεριά για τα «Καταπέρια», κάνοντας ολάκερο γύρο δύο χιλιομέτρων περίπου χωρίς να συναντήσει ψυχή ανθρώπου. Στην «Κολυμπήθρα»  άλλαξε ρότα. Από το «μπρoς» ποταμό «τσούκου -τσούκου» άρχισε να ανηφορίζει προς  το Απέρι  να πιστέψουν οι συγχωριανοί του ότι ερχόταν πράγματι από το «Βρουτσά». Πέρασε τις «Λουμπουναρές» και από τον Αη-Χαράλαμπο στο έμπα του χωριού και μέσα, ο γάρος σήκωσε τέζα την ουρά και άρχισε να αγριογκαρίζει ξεσηκώνοντας το χωριό. Ο πρωταγωνιστής μας ξεκαβαλίκεψε τότε το γάρο και πεζός κρατώντας τον από το χαλινάρι, άρχισε να διαλαλεί με επιτηδευμένη μενεδιάτικη γυναικεία «αργκό» την πραμάτεια του, κρεμασμένη με  τάξη  και  πρακτική  σκέψη, χωρίς όμως να σταματά ενδιάμεσα:

    «Ε, θέλετε καλέ! φρέσκα αγκαά  τσαι τυρτζιαά;Μή(τ)ε τουπτσιά, μή(τ)ε  φρουκάλτζιααά;»

Και δώστου οι παραπλανημένες Απερίτισσες να παινεύουν τη «γριά» Μενεδιάτισσα ακούραστη χρονιάρα μέρα να αφήνει το σπιτικό της για «τον άρτον τον επιούσιον». Στο «Τριόι», το τρίστρατο του χωριού μπροστά στο μαγαζί της προγιαγιάς μου Χατζήδενας-Καλλίτσας Εμμ. Σακέλλη-Χουβαρδά η γριά «Μενεδιάτισσα» τάχασε δήθεν, και ξεφώνησε:

«Ω, Μάνα μου σύνεμα!… Τίαν είναι ετούτο καλέ;»

Πράγματι, συγκεντρωμένη η σάρα κι η μάρα. Πλήθος φιλοπερίεργο  σούρτα-φέρτα να χαζεύει λογιώ-λογιώ «καμουτζέλλες».΄Αντρες με λυγερή κορμοστασιά,  ευσταλείς αλλά βλοσυροί με  καμτσίκι στο  χέρι ντυμένοι με αμερικάνικες στρατιωτικές στολές και μόστρα   τα παράσημα του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου,  Άλλοι,  με χακί  αποικιακή  περιβολή  εκστρατείας, σουδανέζικη κάσκα και ριχτό πουκάμισο, χαλαροί, ανέμελοι σαν να σου έλεγαν:  Je m’ en fous.

Υπήρχαν όμως και άνδρες ευτραφούς κορμοστασιάς μεταμφιεσμένοι σε oλοστόλιστες «φρεγάδες» με φανταχτερές τουαλέτες, γούνες, παλτά, σκούρα γυαλιά, μοντέρνα καπελίνα! που το έπαιζαν  ντροπαλές  και  χαμηλοβλεπούσες, ενώ άλλες  ζωηρές, με σκανδαλιστικά υπονοούμενα παραήταν προκλητικές με τον τρόπο που φλέρταραν το… ανδρικό γένος.  To όλο παρουσιαστικό τους πάντως μάγευε και εύκολα  αναφωνούσες…

«Να, γυναίκες… να μάλαμα!»

Κάποιοι άλλοι, ντυμένοι παρδαλά σαν λατέρνα (υπό την έννοια του «colourful») για  να δημιουργήσουν ενδυματολογική αίσθηση όπως λ.χ., ο Γιάννης  τ’  Αλεξάκη (μετέπειτα σύζυγος της Πηγαδιώτισσας Μαρίας του Φουντή) πήρε αδειανό τσουβαλέτο ζάχαρης το ψαλίδισε, τό έβαψε λωρίδες-λωρίδες με έντονα χρώματα και το μετέτρεψε σε φόρεμα.  Κρέμασε και τούτα-κείνα μπιχλιμπίδια, χαϊμαλιά  και στολίδια στο λαιμό να παριστάνει δήθεν την καφετζού της γειτονιάς να ταΐζει με μπόλικα κουτσομπολιά τους ευπειθείς περίεργους.

Η «γριά» Μενεδιάτισσα όμως, ήταν αυτή που έκλεψε την παράσταση, που κέρδισε τις  εντυπώσεις  και τα  ζήτω!  Και  δώστου  τα  συχαρίκια, τα φιλιά  και τα μπράβο! Τόσο έξυπνα και ευρηματικά έπαιξε τον ρόλο σε προφορά και αμφίεση, λες και μεγάλωσε σε μενεδιάτικο σπίτι. Μάλιστα όταν  ξεμασκαρώθηκε έγινε της κακομοίρας… Τα γέλια και τα ξέφρενα επιφωνήματα που ακολούθησαν ξεκούφαναν το χωριό:

«Jolly good, my boy!»  αναφωνούσαν οι Ελληνοαμερικάνοι.

Μέχρι κι ο γάρος  τάχασε από την πανηγυριώτικη ατμόσφαιρα και ευκαιρίας δοθείσης, τό ‘σκασε  «αλλά γαλλικά» καίτοι σαμαρωμένος και χωρίς τον κύρη του. Προηγούμενα, γκάρισε αποχαιρετιστήρια δυό-τρεις φορές και «βούρ»!  Πούρδαρε προς άγνωστη κατεύθυνση.

Στο γλέντι που ακολούθησε τραπεζώθηκε με «σαρακοστιανά» ολάκερο το χωριό, άντρες, γυναίκες (πραγματικές και ψεύτικες) να απολαύσουν  γνωστά νηστίσιμα παραδοσιακά εδέσματα, όπως λόγου χάρη: Μελιτζάνες τηγανιτές, άγρια  ραδίκια  του γιαλού, πιλάφι, ταραμάδες, καλαμαράκια, πατελί(δ)ες, αχινούς και άλλα πεντανόστιμα μαλάκια.  Η δική μας μασκαρεμένη «γριά» στρογγυλοκάθισε τιμητικά  σαν φουσκωμένος διάνος στο απόγειο του τυμπανισμού, δίπλα στο σεβάσμιο ασπρομάλλη Καδή(4) καμαρωτή-καμαρωτή μέχρι καυχήσεως, λες και πήρε τα «εύγε» όλου του κόσμου.

Όσον αφορά  το  παιδομάνι  της εποχής, παρακολουθούσε από  απόσταση  τα δρώμενα της Καθαράς Δευτέρας. Κατέγραφε την αποκριάτικη γεραρή παράδοση με τις καμουζέλλες «εν  εξάλλω  ενθουσιασμώ και βακχική  μανία»  να χορεύουν τον  χορό του «πιπεριού, να τραγουδούν «του διαόλου οι … κλπ, κλπ», για να εξιστορείται  αργότερα και  καταλεπτώς σε μας τους νεώτερους (όπως και τελικά έγινε) η νοσταλγία του παλιού και περασμένου, όσο το έθιμο καλά κρατεί.

1959-aperi-kdeytera_______________________

Σημειώσεις

  1. Μεταμφιεσμένος μασκαράς.
  2. Σκούπες, σάρωθρα.
  3. Χειροποίητες φόρμες παρασκευής τυριού από βούρλα πλεγμένες.
  4. Δικαστής τουρκικά.
  5. Φωτογραφία «Καθαροδευτέρα στο Κυρκαλού, 1959» (από την ανάρτηση του Ηλία Λογοθέτη)

Από το βιβλίο του συγγραφέα: «Ποτιδαιέων! Εύθυμα, σοβαρά & Κωμικοτραγικά»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s